Γάιδαρος ΦΥΛΕΣ

ΦΥΛΕΣ

Υπάρχουν αρκετές φυλές όνων κυρίως σε Ασία και Αφρική. Ενδεικτικά αναφέρονται οι παρακάτω:
Equus asinus – αφρικάνικο άγριο είδος. Εξημερώθηκε πρώτο (4000 π.Χ): φέρει καστανόφαιο χρωματισμό, ύψος ακρωμίου 125cm και βάρος 250 kg.
Equus onager – περσικός άγριος γάϊδαρος ή όναγρος: φέρει καστανόξανθο τρίχωμα, ενώ τα ύψος του ακρωμίου δεν ξεπερνά το 120 cm και το συνολικό βάρος τα 180 kg.
Equus hemionus – άγριο είδος διαδεδομένο στην Ασία. Μοιάζει σωματικά με τον E. Onager φέρει καστανέρυθρο τρίχωμα. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ζει στην Μογγολία.
Equus kiang – ζει σε μεγάλα υψόμετρα (ιδιαίτερα στο Θιβέτ). Είναι άγριο και μεγαλόσωμο (ύψος ακρωμίου 140 cm). Μοιάζει πολύ με το άλογο.
Φυλή Καταλονίας – συναντάται στην Ισπανία.
Φυλή Πουασί – συναντάται στην Γαλλία.

Αρκαδικός όνος – συναντάται στην Πελοπόννησο και αποτελεί μοναδική ελληνική φυλή (42% του ελληνικού πληθυσμού όνων).

Φυλή Τουρκίας. Μεσογειακή μικρόσωμη φυλή (μινιατούρα) – έχουν ύψος μέχρι 90 cm.

Κυπριακό γαϊδούρι

Το κυπριακό γαϊδούρι είναι η ράτσα γαϊδουριού του νησιού της Κύπρου. Υπάρχουν δύο κύρια είδη: ένα με μεγάλο σκούρο χρωματισμό με μια ανοιχτή κοιλιά, πιθανώς ευρωπαϊκής προέλευσης, και ένα μικρό γκρι αφρικανικό είδος που αντιπροσωπεύει περίπου το 20% του συνολικού πληθυσμού, το οποίο το 2002 εκτιμήθηκε σε 2.200-2.700 ζώα.
Μερικές εκατοντάδες Κυπριακά γαϊδούρια ζουν σε άγρια κατάσταση στη χερσόνησο της Καρπασσίας στο βόρειο τμήμα της Κύπρου που ελέγχεται από τους Τουρκοκύπριους. Εγκαταλείφθηκαν εκεί από τους Ελληνοκύπριους αγρότες κατά την τουρκική εισβολή το 1974. Το 2008, μια ομάδα Ελλήνων και Τουρκοκυπρίων συμμάχησε για να σώσει τα ζώα από την εξαφάνιση, αφού δέκα από αυτά βρέθηκαν σκοτωμένα.

Ζέβρα

Η ζέβρα είναι περισσοδάκτυλο θηλαστικό ζώο που ανήκει στις Ιππίδες, συγγενής του αλόγου. Το συνηθέστερο είδος Ζέβρας είναι η Ζέβρα η γνήσια (Equus zebra).
 Γενικά, μοιάζει με το άλογο. Το τρίχωμά της είναι άσπρο ή πολύ ανοιχτό κίτρινο με λεπτές μαύρες ραβδώσεις, οι οποίες υπάρχουν και πάνω στην κοντή και όρθια χαίτη της. Έχει μήκος 2,2 μ. και ζυγίζει γύρω στα 200 κιλά. Έχει μικρό κεφάλι, αλλά ευκίνητα αυτιά, που στρέφονται σε μεγάλες γωνίες.
Η εγκυμοσύνη της ζέβρας διαρκεί 11-13 μήνες. Τα θηλυκά γεννούν ένα συνήθως μικρό, του οποίου το τρίχωμα είναι κίτρινο, ενώ οι ραβδώσεις του καφετί. Σταδιακά αποκτά το μαυρόασπρο χρώμα των γονιών του. Θηλάζει για 7 μήνες, και απομακρύνεται από την οικογένειά του, μόλις η θηλυκή μείνει πάλι έγκυος.
Το είδος Equus Zebra ζει στην νότια και δυτική Αφρική. Τα άτομα δεν μένουν μόνα τους, αλλά σε αγέλες. Μερικές φορές μάλιστα βόσκουν μαζί με αντιλόπες ή στρουθοκαμήλους για να αντιμετωπίσουν τα σαρκοφάγα αποτελεσματικότερα. Άλλα είδη: Εquus burchelli, που τείνει να εξαφανιστεί τελείως, Equus quaga, που μοιάζει πιο πολύ με άλογο παρά με ζέβρα (το οποίο έχει εξαφανιστεί ήδη από τον 19ο αιώνα) και η Ζέβρα του Γκρεβύ, η μεγαλύτερη από όλες. Άλλα είδη είναι η Ζέβρα του Γκραντ κι η ορεσίβια ζέβρα.

Αφρικανικός όνος της Σομαλίας

O αφρικανικός όνος της Σομαλίας (Equus asinus somaliensis) είναι ένα από τα 4 υποείδη αφρικανικού όνου. Ζει στις ερήμους και τις άγονες περιοχές της Σομαλίας, της Αιθιοπίας και της Ερυθραίας.
 Στην φύση υπάρχουν λιγότερα από 1000 (ή το πολύ 700) άτομα και έχει ταξινομηθεί στα Κρισίμως κινδυνεύοντα (CR) είδη στην Κόκκινη Λίστα των Απειλούμενων Ειδών. Κινδυνεύει κυρίως από το κυνήγι, για το κρέας του και για χρήση στην παραδοσιακή ιατρική.
Αυτό το υποείδος ξεχωρίζει από τα άλλα, λόγω των ποδιών του που φέρουν ρίγες σαν της ζέβρας. Τρέφεται κυρίως με φυτά της ερήμου, από χόρτα έως τους αγκαθωτούς θάμνους της ακακίας. Το δυνατό πεπτικό τους σύστημα, τα βοηθάει να παίρνουν επαρκή υγρασία από τις τροφές και έτσι μπορούν να επιβιώσουν χωρίς νερό για αρκετό καιρό.
Το υποείδος θεωρείται πρόγονος του κατοικίδιου γαϊδουριού. Ζουν σε βραχώδεις ερήμους, όπου η θερμοκρασία του εδάφους μερικές φορές ξεπερνά τους 50°C. Τα θηλυκά γεννάνε ένα μικρό κάθε 2η χρονιά, μετά από κύηση περίπου 320 ημερών.

Μουλάρι

Μουλάρι ή ημίονος ονομάζεται το ζώο εκείνο που προέρχεται από τη διασταύρωση αρσενικού γάϊδαρου και θηλυκού αλόγου δηλαδή το μουλάρι προέρχεται από γονιμοποίηση φοράδας από γάιδαρο. Ένα διαφορετικό είδος, το γαϊδουρομούλαρο ή γίννος, προκύπτει όταν γίνει γονιμοποίηση θηλυκού γαϊδουριού από αρσενικό άλογο. Το μουλάρι (αλλά και το γαϊδουρομούλαρο) είναι υβρίδιο, προκύπτει δηλαδή από τη διασταύρωση δυο διαφορετικών αλλά συγγενών ειδών.
 Μορφολογικά το μουλάρι μοιάζει στο σώμα και το δέρμα με το γάιδαρο, ενώ στις περιοχές του λαιμού και του κεφαλιού περισσότερο με το άλογο. Όμως, ενώ το άλογο έχει 64 χρωμοσώματα, και το γαϊδούρι 62, το μουλάρι έχει μόνο 63. Γι’ αυτό το μουλάρι δεν μπορεί να αναπαραχθεί λόγω του λειψού αριθμού των χρωμοσωμάτων που έχει και γι’αυτό είναι στείρο. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις υπάρχουν γεννήσεις από μουλάρια, είναι όμως ιδιαίτερα σπάνιες.
Το μουλάρι είναι πιο μεγαλόσωμο και έχει σώμα αλόγου, και πόδια γαϊδουριού.Το γαϊδουρομούλαρο έχει σώμα γαϊδουριού και πόδια αλόγου. Είναι πιο μικρόσωμο από το μουλάρι.
Τα μουλάρια συνδυάζουν χαρακτηριστικά των γαϊδουριών, όπως η υπομονή και επιμονή, και των αλόγων, όπως η αντοχή και η δυνατότητα μεταφοράς βαρέων φορτίων. Όταν ενοχληθεί, το μουλάρι μπορεί να κλωτσήσει πολύ δυνατά. Προς κάθε κατεύθυνση. Χρησιμοποιούνται σε αγροτικές κοινωνίες για βοήθεια στις μεταφορές, παλιότερα όμως και μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ευρύτατη ήταν η χρήση τους από τους στρατούς του κόσμου ως μέσα μεταφοράς, κυρίως λόγω της μεγάλης αντοχής τους και της ανθεκτικότητάς τους στις ασθένειες.
Η μείωση του αριθμού των ελληνικών γαϊδουριών (από τα 508.000 γαϊδούρια που υπήρχαν στην Ελλάδα το 1950, το 1995 μειώθηκαν σε 95.000 ενώ έως το 2008 υπήρχαν λιγότερα από 16.000) έχει επιφέρει δραματική μείωση και στον πληθυσμό των μουλαριών.